Learn Greek › αποκόπτω

αποκόπτω

cut off /apokópto/

verb#13049 most common

Also: sever, detach

Example sentences

Αποκόπτω το κλαδί από το δέντρο.
I cut off the branch from the tree.
Αποκόπτεις το χαρτί με το ψαλίδι.
You cut off the paper with the scissors.
Αποκόπτουμε τα παλιά κλαδιά για να φυτέψουμε νέα.
We cut off the old branches to plant new ones.
Αποκόπτω την επαφή με ανθρώπους που δεν με υποστηρίζουν.
I cut off contact with people who do not support me.
Αποκόπτω την παροχή νερού για να επισκευάσω τη βλάβη.
I cut off the water supply to repair the damage.
Αποκόπτω τις κακές συνήθειες από τη ζωή μου.
I cut off bad habits from my life.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgαποκόπτωαποκόψαθα αποκόψωέχω αποκόψειαποκόπτομαιαποκόπηκαθα αποκοπώέχω αποκοπεί
2sgαποκόπτειςαποκόψεςθα αποκόψειςέχεις αποκόψειαποκόπτεσαιαποκόπηκεςθα αποκοπείςέχεις αποκοπεί
3sgαποκόπτειαποκόψεθα αποκόψειέχει αποκόψειαποκόπτεταιαποκόπηκεθα αποκοπείέχει αποκοπεί
1plαποκόπτουμεαποκόψαμεθα αποκόψουμεέχουμε αποκόψειαποκοπόμαστεαποκοπήκαμεθα αποκοπούμεέχουμε αποκοπεί
2plαποκόπτετεαποκόψατεθα αποκόψετεέχετε αποκόψειαποκόπτεστεαποκοπήκατεθα αποκοπείτεέχετε αποκοπεί
3plαποκόπτουναποκόψανθα αποκόψουνέχουν αποκόψειαποκόπτονταιαποκόπηκανθα αποκοπούνέχουν αποκοπεί

Word family

αποκοπήcutting off
αποκοπήςof cutting off
αποκοπτόμενοςbeing cut off
αποκοπτόμενηbeing cut off
αποκοπτόμεναbeing cut off

Etymology

The Modern Greek word 'αποκόπτω' derives from the combination of the prefix 'απο-' meaning 'off' and the verb 'κόπτω' meaning 'to cut'. This term has maintained its meaning of 'cut off' throughout its historical development.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free