Learn GreekC1 › διαπερνάω

διαπερνάω

penetrate /ðiapɛrˈna.o/

verbC1#6738 most common

Also: permeate, pass through

Example sentences

Το φως διαπερνάει το παράθυρο.
The light penetrates through the window.
Η σφαίρα διαπερνάει τον τοίχο.
The bullet penetrates the wall.
Ο ήχος διαπερνάει την ησυχία της νύχτας.
The sound penetrates the silence of the night.
Η ιδέα του διαπερνάει το μυαλό.
The idea penetrates his mind.
Η ρίζα του δέντρου διαπερνάει το έδαφος.
The tree's root penetrates the soil.
Η τεχνολογία διαπερνάει όλες τις πτυχές της ζωής μας.
Technology penetrates all aspects of our lives.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgδιαπερνάωδιαπέρασαθα διαπεράσωέχω διαπεράσειδιαπερνώμαιδιαπεράστηκαθα διαπεραστώέχω διαπεραστεί
2sgδιαπερνάςδιαπέρασεςθα διαπεράσειςέχεις διαπεράσειδιαπερνιέσαιδιαπεράστηκεςθα διαπεραστείςέχεις διαπεραστεί
3sgδιαπερνάδιαπέρασεθα διαπεράσειέχει διαπεράσειδιαπερνιέταιδιαπεράστηκεθα διαπεραστείέχει διαπεραστεί
1plδιαπερνάμεδιαπεράσαμεθα διαπεράσουμεέχουμε διαπεράσειδιαπερνόμαστεδιαπεραστήκαμεθα διαπεραστούμεέχουμε διαπεραστεί
2plδιαπερνάτεδιαπεράσατεθα διαπεράσετεέχετε διαπεράσειδιαπερνιέστεδιαπεραστήκατεθα διαπεραστείτεέχετε διαπεραστεί
3plδιαπερνούνδιαπέρασανθα διαπεράσουνέχουν διαπεράσειδιαπερνιούνταιδιαπεράστηκανθα διαπεραστούνέχουν διαπεραστεί

Word family

διάπεραpenetration
διαπερατόςpenetrable
διαπερνητικόςpenetrating
διαπερνώI penetrate

Etymology

The Modern Greek word 'διαπερνάω' derives from the combination of the prefix 'δια-' meaning 'through' and the verb 'περνάω' meaning 'to pass'. This term has retained its meaning of 'to penetrate' throughout its evolution in the Greek language.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free