Learn GreekA1 › κρατιέμαι

κρατιέμαι

hold on /kra.tiˈe.mɛ/

verbA1#330 most common

Also: restrain oneself, cling

Example sentences

Κρατιέμαι σφιχτά για να μην πέσω.
I hold on tightly so I don't fall.
Πρέπει να κρατιέσαι καλά όταν οδηγείς.
You need to hold on well when you drive.
Κρατιέμαι από το κάγκελο για να μην χάσω την ισορροπία μου.
I hold on to the railing so I don't lose my balance.
Όταν νιώθω άγχος, κρατιέμαι από την αναπνοή μου.
When I feel anxious, I hold on to my breath.
Κρατιέμαι από τον φίλο μου όταν περπατάμε σε δύσκολα μονοπάτια.
I hold on to my friend when we walk on difficult paths.
Αν κρατιέσαι από την ελπίδα, μπορείς να ξεπεράσεις τα πάντα.
If you hold on to hope, you can overcome anything.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgκρατιέμαικρατήθηκαθα κρατηθώέχω κρατηθείκρατιέμαικρατήθηκαθα κρατηθώέχω κρατηθεί
2sgκρατιέσαικρατήθηκεςθα κρατηθείςέχεις κρατηθείκρατιέσαικρατήθηκεςθα κρατηθείςέχεις κρατηθεί
3sgκρατιέταικρατήθηκεθα κρατηθείέχει κρατηθείκρατιέταικρατήθηκεθα κρατηθείέχει κρατηθεί
1plκρατιόμαστεκρατηθήκαμεθα κρατηθούμεέχουμε κρατηθείκρατιόμαστεκρατηθήκαμεθα κρατηθούμεέχουμε κρατηθεί
2plκρατιέστεκρατηθήκατεθα κρατηθείτεέχετε κρατηθείκρατιέστεκρατηθήκατεθα κρατηθείτεέχετε κρατηθεί
3plκρατιούνταικρατήθηκανθα κρατηθούνέχουν κρατηθείκρατιούνταικρατήθηκανθα κρατηθούνέχουν κρατηθεί

Word family

κρατώI hold
κράτημαhold
κρατημένοςheld
κρατητικότηταholding capacity

Etymology

The Modern Greek word 'κρατιέμαι' (meaning 'hold on') is derived from the verb 'κρατώ', which means 'to hold'. The verb 'κρατώ' itself comes from Ancient Greek 'κρατέω' (krateō), meaning 'to be strong, to rule, to hold'. This reflects the semantic shift from the idea of strength or power to the more specific sense of physically holding or maintaining a position.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free

More Greek words

έιςintoδρDr.πραγματικόςrealβιβλίοbookπλέονanymoreμπράβοwell doneεκfromσκάφοςvessel