Learn Greek › αναπληρώνω

αναπληρώνω

replace /anapliˈrono/

verb#15685 most common

Also: substitute, fill in

Example sentences

Αναπληρώνω το νερό στο ποτήρι.
I replace the water in the glass.
Πρέπει να αναπληρώσω τα βιβλία που έχω δανειστεί.
I need to replace the books I have borrowed.
Αναπληρώνω τις ώρες που έχασα στο μάθημα.
I replace the hours I lost in the lesson.
Η εταιρεία αναπληρώνει τους υπαλλήλους της με νέες προσλήψεις.
The company replaces its employees with new hires.
Αναπληρώνω τα χαμένα έγγραφα με ψηφιακά αντίγραφα.
I replace the lost documents with digital copies.
Αναπληρώνω την απουσία μου με επιπλέον εργασία.
I replace my absence with extra work.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgαναπληρώνωαναπλήρωσαθα αναπληρώσωέχω αναπληρώσειαναπληρώνομαιαναπληρώθηκαθα αναπληρωθώέχω αναπληρωθεί
2sgαναπληρώνειςαναπλήρωσεςθα αναπληρώσειςέχεις αναπληρώσειαναπληρώνεσαιαναπληρώθηκεςθα αναπληρωθείςέχεις αναπληρωθεί
3sgαναπληρώνειαναπλήρωσεθα αναπληρώσειέχει αναπληρώσειαναπληρώνεταιαναπληρώθηκεθα αναπληρωθείέχει αναπληρωθεί
1plαναπληρώνουμεαναπληρώσαμεθα αναπληρώσουμεέχουμε αναπληρώσειαναπληρωνόμαστεαναπληρωθήκαμεθα αναπληρωθούμεέχουμε αναπληρωθεί
2plαναπληρώνετεαναπληρώσατεθα αναπληρώσετεέχετε αναπληρώσειαναπληρώνεστεαναπληρωθήκατεθα αναπληρωθείτεέχετε αναπληρωθεί
3plαναπληρώνουναναπλήρωσανθα αναπληρώσουνέχουν αναπληρώσειαναπληρώνονταιαναπληρώθηκανθα αναπληρωθούνέχουν αναπληρωθεί

Word family

αναπλήρωσηreplacement
αναπληρωτήςsubstitute
αναπληρωτικόςsubstitutive
αναπληρώνωto replace

Etymology

The Modern Greek word 'αναπληρώνω' comes from the combination of the prefix 'ανα-' meaning 'again' and the verb 'πληρώνω' meaning 'to fill'. This reflects the concept of filling something again or replacing it.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free