Learn Greek › ανατρέφω

ανατρέφω

raise /anatreˈfo/

verb#20443 most common

Also: rear, bring up

Example sentences

Ανατρέφω το παιδί μου με πολλή αγάπη.
I raise my child with a lot of love.
Η μητέρα ανατρέφει τα παιδιά της μόνη της.
The mother raises her children by herself.
Ανατρέφω τα ζώα μου σε ένα μεγάλο κτήμα.
I raise my animals on a large farm.
Πρέπει να ανατρέφουμε τα παιδιά μας με σωστές αξίες.
We must raise our children with the right values.
Ανατρέφω τα φυτά μου με οργανικά λιπάσματα.
I raise my plants with organic fertilizers.
Η γιαγιά μου ανατρέφει τα εγγόνια της με ιστορίες από το παρελθόν.
My grandmother raises her grandchildren with stories from the past.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgανατρέφωανάθρεψαθα ανατρέψωέχω ανατρέψειανατρέφομαιανατράφηκαθα ανατραφώέχω ανατραφεί
2sgανατρέφειςανάθρεψεςθα ανατρέψειςέχεις ανατρέψειανατρέφεσαιανατράφηκεςθα ανατραφείςέχεις ανατραφεί
3sgανατρέφειανάθρεψεθα ανατρέψειέχει ανατρέψειανατρέφεταιανατράφηκεθα ανατραφείέχει ανατραφεί
1plανατρέφουμεανάθρεψαμεθα ανατρέψουμεέχουμε ανατρέψειανατρεφόμαστεανατραφήκαμεθα ανατραφούμεέχουμε ανατραφεί
2plανατρέφετεανάθρεψατεθα ανατρέψετεέχετε ανατρέψειανατρέφεστεανατραφήκατεθα ανατραφείτεέχετε ανατραφεί
3plανατρέφουνανάθρεψανθα ανατρέψουνέχουν ανατρέψειανατρέφονταιανατράφηκανθα ανατραφούνέχουν ανατραφεί

Word family

ανάτροφηupbringing
ανατροφήraising
ανατρεφόμενοςbeing raised
ανατρέφωto raise

Etymology

The Modern Greek word 'ανατρέφω' (to raise) is derived from the combination of 'ανα-' (up) and 'τρέφω' (to nourish). This term reflects the act of raising or nurturing someone, particularly in the context of upbringing.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free