Learn GreekC1 › διαπραγματεύομαι

διαπραγματεύομαι

negotiate /ðiapraɣmaˈtevome/

verbC1#7009 most common

Also: bargain, discuss terms

Example sentences

Διαπραγματεύομαι με τον προμηθευτή για καλύτερες τιμές.
I negotiate with the supplier for better prices.
Η κυβέρνηση διαπραγματεύεται μια νέα συμφωνία.
The government is negotiating a new agreement.
Θα διαπραγματευτώ την αύξηση του μισθού μου.
I will negotiate my salary increase.
Είναι σημαντικό να διαπραγματεύεσαι με σεβασμό.
It is important to negotiate with respect.
Διαπραγματεύεστε για την αγορά ενός αυτοκινήτου.
You are negotiating for the purchase of a car.
Πρέπει να διαπραγματευτούμε τους όρους της συνεργασίας μας.
We need to negotiate the terms of our collaboration.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgδιαπραγματεύομαιδιαπραγματεύτηκαθα διαπραγματευτώέχω διαπραγματευτείδιαπραγματεύομαιδιαπραγματεύτηκαθα διαπραγματευτώέχω διαπραγματευτεί
2sgδιαπραγματεύεσαιδιαπραγματεύτηκεςθα διαπραγματευτείςέχεις διαπραγματευτείδιαπραγματεύεσαιδιαπραγματεύτηκεςθα διαπραγματευτείςέχεις διαπραγματευτεί
3sgδιαπραγματεύεταιδιαπραγματεύτηκεθα διαπραγματευτείέχει διαπραγματευτείδιαπραγματεύεταιδιαπραγματεύτηκεθα διαπραγματευτείέχει διαπραγματευτεί
1plδιαπραγματευόμαστεδιαπραγματευτήκαμεθα διαπραγματευτούμεέχουμε διαπραγματευτείδιαπραγματευόμαστεδιαπραγματευτήκαμεθα διαπραγματευτούμεέχουμε διαπραγματευτεί
2plδιαπραγματεύεστεδιαπραγματευτήκατεθα διαπραγματευτείτεέχετε διαπραγματευτείδιαπραγματεύεστεδιαπραγματευτήκατεθα διαπραγματευτείτεέχετε διαπραγματευτεί
3plδιαπραγματεύονταιδιαπραγματεύτηκανθα διαπραγματευτούνέχουν διαπραγματευτείδιαπραγματεύονταιδιαπραγματεύτηκανθα διαπραγματευτούνέχουν διαπραγματευτεί

Word family

διαπραγμάτευσηnegotiation
διαπραγματευτήςnegotiator
διαπραγματευτικόςnegotiable
διαπραγματεύσιμοςnegotiable

Etymology

The Modern Greek word 'διαπραγματεύομαι' derives from the combination of 'διά' (through) and 'πραγματεύομαι' (to deal, to transact). Its roots can be traced back to the ancient Greek term 'πραγματεύομαι', which relates to engaging in business or negotiation.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free

More Greek words

προσαρμόζωadjust