Learn Greek › C1 › προσαρμόζω
προσαρμόζω
adjust /prosaɾˈmozo/
verbC1#7004 most common
Also: adapt, modify
Example sentences
Προσαρμόζω την καρέκλα στο ύψος μου.
I adjust the chair to my height.
Πρέπει να προσαρμόσουμε το πρόγραμμα για να ταιριάζει σε όλους.
We need to adjust the schedule to fit everyone.
Η δασκάλα προσαρμόζει τις ασκήσεις ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών.
The teacher adjusts the exercises according to the students' needs.
Προσαρμόζω τη στρατηγική μου για να πετύχω καλύτερα αποτελέσματα.
I adjust my strategy to achieve better results.
Είναι σημαντικό να προσαρμόζουμε τις συνήθειές μας σε νέες καταστάσεις.
It is important to adjust our habits to new situations.
Προσαρμόζω τη μουσική ανάλογα με τη διάθεση μου.
I adjust the music according to my mood.
Conjugation
| Present Active | Present Passive | Simple Past Active | Simple Past Passive | Simple Future Active | Simple Future Passive | Perfect Active | Perfect Passive | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| 1sg | προσαρμόζω | προσαρμόζομαι | προσαρμόσα | προσαρμόστηκα | θα προσαρμόσω | θα προσαρμοστώ | έχω προσαρμόσει | έχω προσαρμοστεί |
| 2sg | προσαρμόζεις | προσαρμόζεσαι | προσαρμόσες | προσαρμόστηκες | θα προσαρμόσεις | θα προσαρμοστείς | έχεις προσαρμόσει | έχεις προσαρμοστεί |
| 3sg | προσαρμόζει | προσαρμόζεται | προσαρμόσε | προσαρμόστηκε | θα προσαρμόσει | θα προσαρμοστεί | έχει προσαρμόσει | έχει προσαρμοστεί |
| 1pl | προσαρμόζουμε | προσαρμόζομαστε | προσαρμόσαμε | προσαρμόστηκαμε | θα προσαρμόσουμε | θα προσαρμοστούμε | έχουμε προσαρμόσει | έχουμε προσαρμοστεί |
| 2pl | προσαρμόζετε | προσαρμόζεστε | προσαρμόσατε | προσαρμόστηκατε | θα προσαρμόσετε | θα προσαρμοστείτε | έχετε προσαρμόσει | έχετε προσαρμοστεί |
| 3pl | προσαρμόζουν | προσαρμόζονται | προσαρμόσαν | προσαρμόστηκαν | θα προσαρμόσουν | θα προσαρμοστούν | έχουν προσαρμόσει | έχουν προσαρμοστεί |
Word family
προσαρμογήadjustment
προσαρμοστικόςadjustable
προσαρμοσμένοςadjusted
προσαρμόσιμοςadaptable
Etymology
The Modern Greek word 'προσαρμόζω' derives from the combination of 'προ-' (meaning 'to, towards') and 'σαρμόζω' (meaning 'to fit'). This reflects the concept of adjusting something to fit a particular requirement or condition.
Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free