Learn GreekA1 › επιτρέπω

επιτρέπω

allow /epitˈrep.o/

verbA1#358 most common

Also: permit, authorize

Example sentences

Επιτρέπω στους φίλους μου να έρθουν σπίτι.
I allow my friends to come home.
Η μητέρα μου δεν επιτρέπει να παίζω πολύ ώρα στον υπολογιστή.
My mother does not allow me to play on the computer for a long time.
Ο δάσκαλος επιτρέπει στους μαθητές να χρησιμοποιούν βιβλία κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
The teacher allows the students to use books during the exam.
Η κυβέρνηση επιτρέπει την είσοδο μόνο σε εμβολιασμένα άτομα.
The government allows entry only to vaccinated individuals.
Επιτρέπω στον εαυτό μου να κάνω λάθη και να μαθαίνω από αυτά.
I allow myself to make mistakes and learn from them.
Η γιαγιά μου επιτρέπει να τρώω γλυκά μόνο τα Σαββατοκύριακα.
My grandmother allows me to eat sweets only on weekends.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgεπιτρέπωεπέτρεψαθα επιτρέψωέχω επιτρέψειεπιτρέπομαιεπιτράπηκαθα επιτραπώέχω επιτραπεί
2sgεπιτρέπειςεπέτρεψεςθα επιτρέψειςέχεις επιτρέψειεπιτρέπεσαιεπιτράπηκεςθα επιτραπείςέχεις επιτραπεί
3sgεπιτρέπειεπέτρεψεθα επιτρέψειέχει επιτρέψειεπιτρέπεταιεπιτράπηκεθα επιτραπείέχει επιτραπεί
1plεπιτρέπουμεεπιτρέψαμεθα επιτρέψουμεέχουμε επιτρέψειεπιτρεπόμαστεεπιτραπήκαμεθα επιτραπούμεέχουμε επιτραπεί
2plεπιτρέπετεεπιτρέψατεθα επιτρέψετεέχετε επιτρέψειεπιτρέπεστεεπιτραπήκατεθα επιτραπείτεέχετε επιτραπεί
3plεπιτρέπουνεπέτρεψανθα επιτρέψουνέχουν επιτρέψειεπιτρέπονταιεπιτράπηκανθα επιτραπούνέχουν επιτραπεί

Word family

επιτρεπτόςallowable
επιτρεπτικότηταallowability
επιτρέπεταιis allowed
επιτρέψτεallow (imperative)
επιτρέψωI will allow

Etymology

The Modern Greek word 'επιτρέπω' meaning 'allow' comes from Ancient Greek 'ἐπιτρέπω' (epitrepō), which means 'to turn over to, entrust, allow'. This word is composed of the prefix 'ἐπι-' (epi-, meaning 'upon') and the verb 'τρέπω' (trepō, meaning 'to turn'). The sense of 'allow' comes from the idea of turning something over to someone else's control or decision.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free

More Greek words

ανησυχώworryοδηγώdriveποτόdrinkπροφανώςobviouslyεκατομμύριοmillionσεξsexηρέμησεcalm downπαλιόςold