Learn Greek › ταπεινώνω

ταπεινώνω

humble /tapinˈono/

verb#19272 most common

Also: humiliate, abase

Example sentences

Ο δάσκαλος ταπεινώνει τους μαθητές του όταν κάνουν λάθη.
The teacher humbles his students when they make mistakes.
Είναι καλό να ταπεινώνουμε τον εαυτό μας σε δύσκολες καταστάσεις.
It is good to humble ourselves in difficult situations.
Η ταπεινότητα είναι μια αρετή που πρέπει να καλλιεργούμε.
Humility is a virtue that we should cultivate.
Ταπεινώνω τον εαυτό μου για να μάθω περισσότερα.
I humble myself to learn more.
Η εμπειρία τον ταπεινώνει κάθε φορά που αποτυγχάνει.
Experience humbles him every time he fails.
Πρέπει να ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας μπροστά στους άλλους.
We must humble ourselves in front of others.

Conjugation

Present ActivePresent PassiveSimple Past ActiveSimple Past PassiveSimple Future ActiveSimple Future PassivePerfect ActivePerfect Passive
1sgταπεινώνωταπεινώνομαιταπείνωσαταπεινώθηκαθα ταπεινώσωθα ταπεινωθώέχω ταπεινώσειέχω ταπεινωθεί
2sgταπεινώνειςταπεινώνεσαιταπείνωσεςταπεινώθηκεςθα ταπεινώσειςθα ταπεινωθείςέχεις ταπεινώσειέχεις ταπεινωθεί
3sgταπεινώνειταπεινώνεταιταπείνωσεταπεινώθηκεθα ταπεινώσειθα ταπεινωθείέχει ταπεινώσειέχει ταπεινωθεί
1plταπεινώνουμεταπεινωνόμαστεταπεινώσαμεταπεινωθήκαμεθα ταπεινώσουμεθα ταπεινωθούμεέχουμε ταπεινώσειέχουμε ταπεινωθεί
2plταπεινώνετεταπεινώνεστεταπεινώσατεταπεινωθήκατεθα ταπεινώσετεθα ταπεινωθείτεέχετε ταπεινώσειέχετε ταπεινωθεί
3plταπεινώνουνταπεινώνονταιταπείνωσανταπεινώθηκανθα ταπεινώσουνθα ταπεινωθούνέχουν ταπεινώσειέχουν ταπεινωθεί

Word family

ταπεινόςhumble
ταπεινότηταhumility
ταπεινώνωto humble

Etymology

The Modern Greek word 'ταπεινώνω' derives from the ancient Greek 'ταπεινός', meaning 'humble' or 'lowly'. Its roots can be traced back to Proto-Indo-European, highlighting a connection to concepts of humility and lowliness across languages.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free