Learn GreekA2 › αντιμετωπίζω

αντιμετωπίζω

confront /andi.met.oˈpi.zo/

verbA2#559 most common

Also: face, deal with

Example sentences

Αντιμετωπίζω τις δυσκολίες στη ζωή.
I confront the difficulties in life.
Είναι σημαντικό να αντιμετωπίζουμε τους φόβους μας.
It is important to confront our fears.
Αντιμετωπίζω μια δύσκολη κατάσταση στη δουλειά.
I am confronting a difficult situation at work.
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που έρχονται.
We must confront the challenges that are coming.
Αντιμετωπίζω την αλήθεια, ακόμα κι αν είναι σκληρή.
I confront the truth, even if it is harsh.
Η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ανισότητας.
Society must confront the issues of inequality.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgαντιμετωπίζωαντιμετώπισαθα αντιμετωπίσωέχω αντιμετωπίσειαντιμετωπίζομαιαντιμετωπίστηκαθα αντιμετωπιστώέχω αντιμετωπιστεί
2sgαντιμετωπίζειςαντιμετώπισεςθα αντιμετωπίσειςέχεις αντιμετωπίσειαντιμετωπίζεσαιαντιμετωπίστηκεςθα αντιμετωπιστείςέχεις αντιμετωπιστεί
3sgαντιμετωπίζειαντιμετώπισεθα αντιμετωπίσειέχει αντιμετωπίσειαντιμετωπίζεταιαντιμετωπίστηκεθα αντιμετωπιστείέχει αντιμετωπιστεί
1plαντιμετωπίζουμεαντιμετωπίσαμεθα αντιμετωπίσουμεέχουμε αντιμετωπίσειαντιμετωπιζόμαστεαντιμετωπιστήκαμεθα αντιμετωπιστούμεέχουμε αντιμετωπιστεί
2plαντιμετωπίζετεαντιμετωπίσατεθα αντιμετωπίσετεέχετε αντιμετωπίσειαντιμετωπίζεστεαντιμετωπιστήκατεθα αντιμετωπιστείτεέχετε αντιμετωπιστεί
3plαντιμετωπίζουναντιμετώπισανθα αντιμετωπίσουνέχουν αντιμετωπίσειαντιμετωπίζονταιαντιμετωπίστηκανθα αντιμετωπιστούνέχουν αντιμετωπιστεί

Word family

αντιμετώπισηconfrontation
αντιμετωπιστήςconfronter
αντιμετωπίζομαιto be confronted
αντιμετωπίζονταςconfronting

Etymology

The Modern Greek word "αντιμετωπίζω" meaning "confront" is derived from the prefix "αντί-" meaning "against" and the verb "μετωπίζω" meaning "to face". The verb "μετωπίζω" itself comes from "μέτωπο" meaning "forehead" or "front", which is used metaphorically to imply facing or confronting something. This construction emphasizes the act of facing something head-on or directly.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free

More Greek words

μαγαζίshopπρωινόςmorningέκπληξηsurpriseκράτησηreservationχορόςdanceδημιουργώcreateδέντροtree