Learn GreekA1 › αποφασίζω

αποφασίζω

decide /apofaziˈzo/

verbA1#362 most common

Also: determine, resolve

Example sentences

Αποφασίζω να πάω στο σχολείο.
I decide to go to school.
Αποφασίζουμε μαζί για το ταξίδι.
We decide together about the trip.
Εσύ αποφασίζεις πότε θα έρθεις.
You decide when you will come.
Αποφάσισα να αλλάξω δουλειά.
I decided to change jobs.
Αποφασίζω πάντα με προσοχή.
I always decide carefully.
Αποφασίζουμε να κάνουμε μια έκπληξη.
We decide to make a surprise.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgαποφασίζωαποφάσισαθα αποφασίσωέχω αποφασίσειαποφασίζομαιαποφασίστηκαθα αποφασιστώέχω αποφασιστεί
2sgαποφασίζειςαποφάσισεςθα αποφασίσειςέχεις αποφασίσειαποφασίζεσαιαποφασίστηκεςθα αποφασιστείςέχεις αποφασιστεί
3sgαποφασίζειαποφάσισεθα αποφασίσειέχει αποφασίσειαποφασίζεταιαποφασίστηκεθα αποφασιστείέχει αποφασιστεί
1plαποφασίζουμεαποφασίσαμεθα αποφασίσουμεέχουμε αποφασίσειαποφασιζόμαστεαποφασιστήκαμεθα αποφασιστούμεέχουμε αποφασιστεί
2plαποφασίζετεαποφασίσατεθα αποφασίσετεέχετε αποφασίσειαποφασίζεστεαποφασιστήκατεθα αποφασιστείτεέχετε αποφασιστεί
3plαποφασίζουναποφάσισανθα αποφασίσουνέχουν αποφασίσειαποφασίζονταιαποφασίστηκανθα αποφασιστούνέχουν αποφασιστεί

Word family

απόφασηdecision
αποφασιστικόςdecisive
αποφασιστικότηταdecisiveness
αποφασισμένοςdetermined
αποφασίζονταςdeciding

Etymology

The Modern Greek word 'αποφασίζω' meaning 'decide' is derived from the Ancient Greek 'ἀποφασίζω' (apophazizō), which itself comes from the prefix 'ἀπο-' (apo-, 'away from') and the verb 'φασίζω' (phasizō, 'to declare'). The verb 'φασίζω' is related to 'φαίνω' (phainō, 'to show, to appear'), indicating a sense of making a declaration or decision known.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free

More Greek words

εκατομμύριοmillionσεξsexεπιτρέπωallowηρέμησεcalm downπαλιόςoldζωντανόςaliveαστυνομικόςpolice officerκάπωςsomehow