Learn GreekC1 › ονειρεύομαι

ονειρεύομαι

dream /oneiˈrevome/

verbC1#3703 most common

Also: daydream, fantasize

Example sentences

Ονειρεύομαι ένα όμορφο σπίτι.
I dream of a beautiful house.
Συνήθως ονειρεύομαι ότι πετάω στον ουρανό.
I usually dream that I am flying in the sky.
Ονειρεύομαι να ταξιδέψω σε πολλές χώρες.
I dream of traveling to many countries.
Σήμερα το βράδυ θα ονειρευτώ κάτι μαγικό.
Tonight I will dream of something magical.
Ελπίζω να ονειρεύομαι τους φίλους μου όταν κοιμάμαι.
I hope to dream of my friends when I sleep.
Ονειρεύομαι ότι βρίσκομαι σε έναν κόσμο χωρίς πόλεμο.
I dream that I am in a world without war.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgονειρεύομαιονειρεύτηκαθα ονειρευτώέχω ονειρευτείονειρεύομαιονειρεύτηκαθα ονειρευτώέχω ονειρευτεί
2sgονειρεύεσαιονειρεύτηκεςθα ονειρευτείςέχεις ονειρευτείονειρεύεσαιονειρεύτηκεςθα ονειρευτείςέχεις ονειρευτεί
3sgονειρεύεταιονειρεύτηκεθα ονειρευτείέχει ονειρευτείονειρεύεταιονειρεύτηκεθα ονειρευτείέχει ονειρευτεί
1plονειρευόμαστεονειρευτήκαμεθα ονειρευτούμεέχουμε ονειρευτείονειρευόμαστεονειρευτήκαμεθα ονειρευτούμεέχουμε ονειρευτεί
2plονειρεύεστεονειρευτήκατεθα ονειρευτείτεέχετε ονειρευτείονειρεύεστεονειρευτήκατεθα ονειρευτείτεέχετε ονειρευτεί
3plονειρεύονταιονειρεύτηκανθα ονειρευτούνέχουν ονειρευτείονειρεύονταιονειρεύτηκανθα ονειρευτούνέχουν ονειρευτεί

Word family

όνειροdream
ονειρικόςdreamy
ονειρεύτριαdreamer (female)
ονειρεύτηςdreamer (male)

Etymology

The Modern Greek word 'ονειρεύομαι' (dream) derives from the ancient Greek 'ὄνειρος' (oneiros), meaning 'dream'. This term has its roots in Proto-Indo-European, reflecting a common linguistic heritage related to dreaming and visions.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free