Learn Greek › A2 › παρακολουθώ
παρακολουθώ
observe /paɾa.koloˈθo/
verbA2#597 most common
Also: monitor, attend, follow
Example sentences
Παρακολουθώ το μάθημα κάθε Δευτέρα.
I observe the lesson every Monday.
Εκείνη παρακολουθεί την ταινία με προσοχή.
She observes the movie attentively.
Παρακολουθούμε τις εξελίξεις στην πολιτική.
We observe the developments in politics.
Ο δάσκαλος παρακολουθεί τους μαθητές κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
The teacher observes the students during the exam.
Είναι σημαντικό να παρακολουθείς τις αλλαγές στο περιβάλλον.
It is important to observe the changes in the environment.
Παρακολουθώ την πρόοδο του έργου με ενδιαφέρον.
I observe the progress of the project with interest.
Conjugation
| Present Active | Simple Past Active | Simple Future Active | Perfect Active | Present Passive | Simple Past Passive | Simple Future Passive | Perfect Passive | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| 1sg | παρακολουθώ | παρακολούθησα | θα παρακολουθήσω | έχω παρακολουθήσει | παρακολουθούμαι | παρακολουθήθηκα | θα παρακολουθηθώ | έχω παρακολουθηθεί |
| 2sg | παρακολουθείς | παρακολούθησες | θα παρακολουθήσεις | έχεις παρακολουθήσει | παρακολουθείσαι | παρακολουθήθηκες | θα παρακολουθηθείς | έχεις παρακολουθηθεί |
| 3sg | παρακολουθεί | παρακολούθησε | θα παρακολουθήσει | έχει παρακολουθήσει | παρακολουθείται | παρακολουθήθηκε | θα παρακολουθηθεί | έχει παρακολουθηθεί |
| 1pl | παρακολουθούμε | παρακολουθήσαμε | θα παρακολουθήσουμε | έχουμε παρακολουθήσει | παρακολουθούμαστε | παρακολουθήθηκαν | θα παρακολουθηθούμε | έχουμε παρακολουθηθεί |
| 2pl | παρακολουθείτε | παρακολουθήσατε | θα παρακολουθήσετε | έχετε παρακολουθήσει | παρακολουθείστε | παρακολουθήθηκατε | θα παρακολουθηθείτε | έχετε παρακολουθηθεί |
| 3pl | παρακολουθούν | παρακολούθησαν | θα παρακολουθήσουν | έχουν παρακολουθήσει | παρακολουθούνται | παρακολουθήθηκαν | θα παρακολουθηθούν | έχουν παρακολουθηθεί |
Word family
παρακολούθησηobservation
παρακολουθητήςobserver
παρακολουθούμενοςobserved
παρακολουθώμενοςto be observed
Etymology
The Modern Greek word 'παρακολουθώ' meaning 'observe' is derived from the prefix 'παρα-' meaning 'beside, alongside' and the verb 'ακολουθώ' meaning 'to follow'. The verb 'ακολουθώ' itself comes from Ancient Greek 'ἀκολουθέω' which means 'to follow, accompany'. This construction suggests the sense of closely following or observing something.
Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free