Learn GreekB1 › τηλεφωνώ

τηλεφωνώ

call /tilefoˈno/

verbB1#1617 most common

Also: telephone, phone

Example sentences

Τηλεφωνώ στη μαμά μου κάθε μέρα.
I call my mom every day.
Θα τηλεφωνήσεις στον φίλο σου το βράδυ;
Will you call your friend in the evening?
Τηλεφώνησα στον γιατρό για ραντεβού.
I called the doctor for an appointment.
Μπορείς να τηλεφωνήσεις στο γραφείο αν χρειαστείς βοήθεια.
You can call the office if you need help.
Είναι σημαντικό να τηλεφωνώ στους πελάτες μας τακτικά.
It is important for me to call our clients regularly.
Πρέπει να τηλεφωνήσεις στον αδερφό σου για να τον ενημερώσεις.
You need to call your brother to inform him.

Conjugation

Present ActiveSimple Past ActiveSimple Future ActivePerfect ActivePresent PassiveSimple Past PassiveSimple Future PassivePerfect Passive
1sgτηλεφωνώτηλεφώνησαθα τηλεφωνήσωέχω τηλεφωνήσειτηλεφωνούμαιτηλεφωνήθηκαθα τηλεφωνηθώέχω τηλεφωνηθεί
2sgτηλεφωνείςτηλεφώνησεςθα τηλεφωνήσειςέχεις τηλεφωνήσειτηλεφωνείσαιτηλεφωνήθηκεςθα τηλεφωνηθείςέχεις τηλεφωνηθεί
3sgτηλεφωνείτηλεφώνησεθα τηλεφωνήσειέχει τηλεφωνήσειτηλεφωνείταιτηλεφωνήθηκεθα τηλεφωνηθείέχει τηλεφωνηθεί
1plτηλεφωνούμετηλεφωνήσαμεθα τηλεφωνήσουμεέχουμε τηλεφωνήσειτηλεφωνούμαστετηλεφωνηθήκαμεθα τηλεφωνηθούμεέχουμε τηλεφωνηθεί
2plτηλεφωνείτετηλεφωνήσατεθα τηλεφωνήσετεέχετε τηλεφωνήσειτηλεφωνείστετηλεφωνηθήκατεθα τηλεφωνηθείτεέχετε τηλεφωνηθεί
3plτηλεφωνούντηλεφώνησανθα τηλεφωνήσουνέχουν τηλεφωνήσειτηλεφωνούνταιτηλεφωνήθηκανθα τηλεφωνηθούνέχουν τηλεφωνηθεί

Word family

τηλεφωνίαtelephony
τηλεφωνητήςtelephone operator
τηλεφωνικόςtelephonic
τηλεφωνώto call

Etymology

The Modern Greek word 'τηλεφωνώ' (to call) is derived from the combination of 'τηλε-' (tele-), meaning 'far', and 'φωνή' (phone), meaning 'voice'. This reflects the concept of communicating over distances, which is central to the function of a telephone.

Learn Greek the way that sticks.
Every word here is a full Polylex card with native audio and spaced repetition, so 1,406 words actually move into long-term memory.
Start free

More Greek words

αέριοςaerialτίςwho